μεράδι

μεράδι
τό
1) часть, доля, порция; 2) дуб

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "μεράδι" в других словарях:

  • μεράδι — (I) το μερίδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μοιρ άδιον, υποκορ. τού μοίρα με ανοιχτότερη προφορά τού /i/ (μοιρ ) ως /e/ (μερ ), λόγω τού ακολουθούντος ρ (πρβλ. σίδηρος > σίδερο, ξηρός > ξερός κ.λπ.)]. (II) το κοινή ονομασία τού φυτού Quercus lanuginosa,… …   Dictionary of Greek

  • μεράδι — το ιού 1. μερίδιο κτηματικής περιουσίας, μερτικό: Τα χωράφια έγιναν δυο μεράδια. 2. η βαλανιδιά: Στο δάσος φύτρωναν πολλά μεράδια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μοιράδι — το (Μ μοιράδιον και μεράδι και μεράδιν και μεράδιον και μοιράδι και μοιράδιν) 1. τεμάχιο γης, φέουδο 2. μερίδιο κληρονομιάς, μερτικό 3. (γενικά) τμήμα, μέρος ενός συνόλου νεοελλ. παροιμ. «τού συντρόφου το μοιράδι δεν τό χάνει η συντροφιά» λέγεται …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»